Εκτύπωση

Δυσανεξία στη γλουτένη

Δυσανεξία στη γλουτένη.

Κοιλιοκάκη είναι η πάθηση στην οποία η κατανάλωση σιταριού, βρώμης, σικάλεως και κριθαριού προκαλεί βλάβη στην εσωτερική στοιβάδα του εντερικού τοιχώματος, δηλαδή στον εντερικό βλεννογόνο.
Η συχνότητα της κοιλιοκάκη στην Ευρώπη υπολογίζεται στα ένα περιστατικό ανά 1000 άτομα (1/1000).  Οι τιμή αυτή έχει διακυμάνσεις: είναι συχνότερη πάθηση στις βόρειας χώρες (1/800 στην δυτική Ευρώπη και ακόμη υψηλότερη στην Ιρλανδία, 1/200) ενώ στην Βόρεια Αμερική υπολογίζεται περίπου στα 1/2500-3000.  Στην Ελλάδα χωρίς να υπάρχουν ακριβή στατιστικά δεδομένα η συχνότητα της κοιλιοκάκης προσδιορίζει στα 1/2000-3000. Θα πρέπει κανείς να έχει υπόψη ότι ο πραγματικός αριθμός των πασχόντων όπως στην Ελλάδα έτσι και παγκοσμίως θα πρέπει να είναι αρκετά μεγαλύτερος λόγω της πληθώρας των αδιάγνωστων περιστατικών.
Η υπολοιπόμενη διάγνωση οφείλεται καταρχήν στο φαινόμενο του «παγόβουνου»: με τον όρο αυτό εννοείται ότι λίγα άτομα παρουσιάζουν την πλήρη συμπτωματολογία και επομένως θα οδηγηθούν στην κατάλληλη διαγνωστική διερεύνηση και κατόπιν διάγνωση. Στα λίγα αυτά άτομα της κορυφής του παγόβουνου αντιστοιχεί η μεγάλη πλειοψηφία των αδιάγνωστων περιστατικών της βάσης του “παγόβουνου”  στα οποία η άτυπη κλινική εικόνα και τα άτυπα μη διαγνωστικά εργαστηριακά δεν επιτρέπουν την πρώιμη διάγνωση της νόσου. Σε αυτό συμβάλλει και η διαγνωστική σκέψη του θεράποντος ιατρού.

Η κοιλιοκάκη δεν είναι κολλητικό νόσημα. Έχει κληρονομικότητα και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά ως εξής: δίδυμα αδέλφια έχουν πιθανότητα νόσησης 70%, μη δίδυμα αδέλφια 10% ενώ παιδιά από γονείς με κοιλιοκάκη πιθανότητα 5-10%.
Συμπτωματολογία θα αναπτυχθεί όταν συντρέχουν αρκετοί παράγοντες. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ένα (ανυποψίαστο) γενετικά προδιαθετημένο άτομο το οποίο τρέφεται μακροπρόθεσμα με “τοξικά” δημητριακά, δηλαδή κριθάρι, σίκαλη, βρώμη και σιτάρι. Ακόμη και τότε όμως από ότι φαίνεται δεν εκδηλώνεται η νόσος. Εκλυτικό αίτιο ίσως αποτελέσει κάποια τυχαία εντερική λοίμωξη,  πχ ιογενής. Αλλά και τότε ακόμα η νόσος δεν εκδηλώνεται αμέσως. Η εκδήλωση των τυπικών συμπτωμάτων και εργαστηριακών ευρημάτων μπορεί να καθυστερήσει μήνες ή και χρόνια. Ακολούθως, η (θεραπευτική) στέρηση γλουτένης (γλιανδίνης) στο άτομο αυτό θα οδηγήσει τελικά στην πλήρη λειτουργική και μορφολογική αποκατάσταση του εντερικού βλεννογόνου και των λοιπών παθολογικών εργαστηριακών ευρημάτων.
Η διάγνωση της κοιλιοκάκης είναι εύκολη, αρκεί ο ιατρός να την υποπτευθεί.

Τυπικά στον ορό των ασθενών με κοιλιοκάκη ανιχνεύονται αντισώματα τα οποία στρέφονται έναντι συστατικών του εντερικού τοιχώματος.  Τέτοια αντισώματα είναι τα λεγόμενα αντιγλιανδινικά (AGA), τα αντισώματα έναντι του ενδομυσίου (EMA) και τα αντισώματα έναντι της ρετικουλίνης. Στη διαγνωστική φαρέτρα προστέθηκε τελευταία και η ιστική τρανσγλουταμινάση και τα αντίστοιχα αντισώματα (TG).  Αντιθέτως όταν ο ασθενής εκτίθεται εκ νέου ο τίτλος αυξάνεται βαθμιαία. Μπορούν επομένως να χρησιμοποιηθούν για την διαιτητική παρακολούθηση και συμμόρφωση των ασθενών αλλά και για το screnning του πληθυσμού ή τουλάχιστον των ύποπτων περιστατικών. Άτομα με αυξημένο τίτλο αντισωμάτων υποβάλλονται συμπληρωματικά και σε ενδοσκόπηση ανώτερου πεπτικού με λήψη βιοψιών από το δωδεκαδάκτυλο. Όπως αναφέρθηκε τόσο η ενδοσκοπική όψη όσο και το ιστολογικό πόρισμα είναι αποδεικτικό. Τυπικά στην βιοψία του λεπτού εντέρου διαπιστώνεται ατροφία των λαχνών και διεύρυνση των κρυπτών.
Ο ασθενής με κοιλιοκάκη θα πρέπει εφόρου ζωής να αποφεύγει τη λήψη δημητριακών που περιέχουν γλουτένη (κριθάρι, σίκαλη,  βρώμη και σιτάρι).
Με τη διακοπή της γλουτένης βελτιώνεται η όρεξη ενώ αρχίζει να αυξάνεται σιγά σιγά και το σωματικό βάρος. Οι απώλειες από τις διάρροιες περιορίζονται. Στα παιδιά με κοιλιοκάκη η κοιλιακή διάταση υποχωρεί και το σωματικό ύψος αρχίζει να αυξάνεται. Παράλληλα επανέρχεται και η ψυχιατρική ευερεθιστότητα των πασχόντων. Κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσης της γλουτένης διορθώνουν βέβαια και όλα τα εργαστηριακά ευρήματα. Η διόρθωση του εντερικού βλεννογόνου αργεί και αποκαθίσταται στο τέλος. Για την διατήρηση αυτού του αποτελέσματος ο ασθενής πρέπει να εφαρμόζει πιστά την ενδεδειγμένη δίαιτα.

Ο ασθενής με κοιλιοκάκη μπορεί να καταναλώνει τροφές που από τη φύση τους δεν περιέχουν γλουτένη. Τέτοιες είναι το νωπό κρέας, το ψάρι,  το γάλα και το τυρί καθώς και φρούτα, λαχανικά και όσπρια. Τα τρόφιμα αυτά εφόσον παρασκευάζονται στο σπίτι θα πρέπει να θεωρηθούν κατάλληλα για κατανάλωση.  Όταν όμως αγοράζονται έτοιμα και προπαρασκευασμένα η περιεκτικότητα σε γλουτένη θα πρέπει να διευκρινιστεί. Απαιτείται λοιπόν μεγάλη προσοχή στο να μην καταναλώνονται προϊόντα τυποποιημένα με ελάχιστη έστω περιεκτικότητα σε γλουτένη (όπως σοκολάτες, παγωτά, πατατάκια κα). Η προσοχή των ασθενών θα πρέπει να επικεντρωθεί στο ότι ακόμη και μικρότατες ποσότητες γλουτένης στα τρόφιμα θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε φλεγμονή του εντερικού τοιχώματος.
Εκτός από τα φυσικά τρόφιμα υπάρχουν και έτοιμα προϊόντα βιομηχανικά παρασκευασμένα από τα οποία με ειδική διαδικασία έχει αφαιρεθεί η γλουτένη.